Όλοι έχουμε νιώσει την πίεση στο ταμείο. Καθημερινά, οι τιμές των προϊόντων αποτελούν κεντρικό θέμα συζήτησης, ενώ συχνά επικρατεί η εντύπωση ότι ο κλάδος του λιανεμπορίου κινείται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς προς την ψηφιακή εποχή, απολαμβάνοντας παράλληλα τεράστια κέρδη.

Όμως, τα πρόσφατα δεδομένα που παρουσιάστηκαν από την Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ) αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική, πιο σύνθετη και συχνά αντιφατική πραγματικότητα για τον κλάδο.

Αν νομίζατε ότι ξέρατε πώς λειτουργεί η αγορά, ετοιμαστείτε να εκπλαγείτε. Αυτά είναι τα τρία πιο απροσδόκητα και σημαντικά ευρήματα που προκύπτουν από την ανάλυση των στοιχείων:


1. Το Ηλεκτρονικό Εμπόριο Έχει «Κολλήσει» στην Ελλάδα για τα Super Markets

Ενώ θα περίμενε κανείς πως, μετά την πανδημία, το ηλεκτρονικό εμπόριο τροφίμων θα είχε απογειωθεί, τα στοιχεία δείχνουν εξαιρετικά ήπιες ανοδικές τάσεις. Το μερίδιο των online πωλήσεων –συμπεριλαμβανομένων των συνεργασιών με πλατφόρμες διανομής– εκτιμάται μόλις στο 3% έως 3,5% επί του συνολικού κύκλου εργασιών.

Αυτή η διείσδυση παραμένει πολύ πίσω σε σύγκριση με τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές. Οι εκπρόσωποι του κλάδου αποδίδουν αυτή την εικόνα σε δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κουλτούρας. Για τους Έλληνες καταναλωτές, το σούπερ μάρκετ λειτουργεί ως σημείο κοινωνικής επαφής και εξόδου. Επιπλέον, υπάρχει ισχυρή προτίμηση για την προσωπική επιλογή φρέσκων, χύμα προϊόντων (όπως τα μαναβικά), αλλά και η ανάγκη για διαπροσωπική εξυπηρέτηση στους πάγκους κρεάτων και τυριών. Τέλος, το κόστος των μεταφορικών λειτουργεί πλέον αποτρεπτικά για τη μαζική υιοθέτηση του online καναλιού.

«Σε ρυθμούς σταθεροποίησης, με εξαιρετικά ήπιες ανοδικές τάσεις που όμως παραμένουν μακριά από τα επίπεδα των ώριμων αγορών της Ευρώπης, κινείται το ηλεκτρονικό εμπόριο στον κλάδο των τροφίμων».


2. Το Καθαρό Κέρδος είναι Ελάχιστο – Καταρρίπτεται ο Μύθος των Υπερκερδών

Παρά τη δημόσια συζήτηση περί «υπερκερδών», ο κλάδος του σούπερ μάρκετ βρίσκεται αντιμέτωπος με έντονη οικονομική πίεση. Η καθαρή κερδοφορία προ φόρων αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω το 2024, φτάνοντας μόλις το 1,65% (από 1,84% την προηγούμενη χρονιά). Τα λειτουργικά κόστη αυξάνονται ταχύτερα από τις πωλήσεις.

Η ανάλυση της δομής του κόστους είναι αποκαλυπτική: σε μια απόδειξη 100 ευρώ, μόνο τα 1,40 ευρώ αντιστοιχούν στο καθαρό κέρδος της επιχείρησης. Αντίθετα, τα 63,10 ευρώ πηγαίνουν στους προμηθευτές, τα 23,70 ευρώ καλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα (με τη μισθοδοσία να αποτελεί τη μεγαλύτερη δαπάνη στο 62,6% των εξόδων), ενώ το κράτος εισπράττει 13,80 ευρώ ως ΦΠΑ. Η ΕΣΕ άσκησε, μάλιστα, κριτική στις θεσμικές παρεμβάσεις:

«[Η Ένωση άσκησε] κριτική στην πολιτική των προστίμων, χαρακτηρίζοντάς τα ως κινήσεις εντυπωσιασμού που τροφοδοτούν τον λαϊκισμό χωρίς να λύνουν το πρόβλημα».


3. Η Τεράστια Ψαλίδα Εισοδήματος Που Ενισχύει την Αίσθηση της Ακρίβειας

Ίσως το πιο δραματικό στοιχείο που εξηγεί γιατί οι καταναλωτές νιώθουν τόσο έντονα την ακρίβεια, δεν είναι μόνο οι τιμές, αλλά η σχετική αγοραστική τους δύναμη.

Τα δεδομένα μακροοικονομικού περιβάλλοντος δείχνουν μια τεράστια απόκλιση: από το 2008 έως το 2024, το διαθέσιμο εισόδημα στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 55%, ενώ στην Ελλάδα η αντίστοιχη αύξηση ήταν μόλις 5%. Αυτή η ψαλίδα ενισχύει την αίσθηση ότι τα προϊόντα είναι απλησίαστα. Ενώ το λιανεμπόριο αντιμετωπίζει κόστη (όπως οι απώλειες προϊόντων που αγγίζουν το 10%), η ρίζα του προβλήματος για τον καταναλωτή φαίνεται να βρίσκεται στην απώλεια εισοδήματος σε βάθος χρόνου.


Τελική Σκέψη

Η εικόνα του ελληνικού σούπερ μάρκετ είναι μια εικόνα πίεσης: χαμηλή κερδοφορία, ανερχόμενα λειτουργικά κόστη (μισθοδοσία, ενέργεια, ενοίκια), και ένας διστακτικός ψηφιακός μετασχηματισμός που βρίσκεται ακόμα σε φάση «αναζήτησης και πειραματισμού» με την τεχνητή νοημοσύνη. Παρά τις επενδύσεις ύψους 3,5 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία, ο κλάδος καλείται να βρει πρακτικές που θα προσδώσουν ουσιαστική αξία στη λειτουργία του, τόσο ψηφιακά όσο και οργανωτικά.

Το μέλλον απαιτεί επιτάχυνση της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης και αύξηση της παραγωγικότητας, με την αγορά να κινείται προς τη συγκέντρωση. Σε αυτό το πλαίσιο, πώς μπορεί ο κλάδος να βελτιώσει την ψηφιακή του υποδομή και την εμπειρία του πελάτη, παρακάμπτοντας τις πολιτισμικές αντιστάσεις και μειώνοντας παράλληλα το λειτουργικό κόστος;